Αναρτήσεις

Εμφανιζόμενη ανάρτηση

Ύμνος Στη Μάνα..!

Εικόνα
Υμνώ τη μάνα,που αγκαλιάζει τρυφερά
Με αγάπη τα ξεχασμένα τέκνα
Τη θλίψη έθαψα βαθιά στη δίψα
Με τα ποτήρια ζέστανα τα λόγια
Έτσι κράτησα τη γέρικη λεπτοκαρυά
Μες του αγγέλου τη μορφή,λίγο πριν έρθει η αυγή
Σε ένιωσα βαριά ψυχή,μα στον πόνο ένιωσα μόνη
Κόντρα σου ανεμοστρόβιλο έβαλα
Ταχύτητα κατέβασα στην μπόρα
Σαν έβρεχαν οι ρόζοι τα φύλλα
Που γέμισε ο Βοριάς βάσανα
Στάθηκα στο Νοτιά σιωπηλά
Και κοίταξα παγωμένα το βλέμμα
Κι όλο το δέρμα μου έγινε αίμα
Σαν ένιωσα τα ματωμένα χέρια
Που μ αγκαλιάσανε σφιχτά
Τη στιγμή που κράτησα βαθιά
Την αναπνοή στα ανοιχτά πέλαγα
Κατάρτι έβαλα στη θάλασσα
Πλώρη γι αγώνα απ τα παλιά μαντήλια
Που κρύβουν πρόσωπα,στα ξένα
Ντύνονται βαριά πριν φύγουν μακρυά
Μα στο δρόμο,ψάχνουν για φύλακα
Τον παίρνουν αγκαλιά και του ζητούν παρηγοριά
Μην πνίξει ,τα παιδιά στην χίμαιρα
Όταν κλαίνε στη μοναξιά
Χωρίς αγάπη από τη μάνα
Μες τα χρυσά και μαύρα σκεπάσματα
Που σε σκεπάζουν κάποια χρόνια
Ψάξε τον τρόπο ν αγαπάς αληθινά
Ευχή της μάνας είναι να χαμογελά
Το παιδί τ…

Καλοκαιρινά Όνειρα..!!

Εικόνα
Χαμηλώνω τα βλέφαρα στον ήλιο
Κοχύλια με γυαλιά φοράω
Βλέπω τη χρυσή άμμο
Που παίζει στο σκάκι κρυφτό
Μου ρίχνει κλεφτό φιλί,πίσω απ το βράχο
Με πάθος ζητάει πόλεμο
Μέσα απ τον κόσμο τριγυρνάει
Τα μάτια μου η ζάλη διαπερνάει
Σαν ταξιδεύω με ξυπόλυτο πνεύμα
Που ψαρεύει στο βυθό απόγευμα
Κλέβει απ τα μάτια σου,το κόκκινο
Αστέρι βρίσκει γυμνό στον ήχο
Χρώμα φτιάχνει από κοκτέιλ έρωτα
Σαν φλούδα από λεμόνι στη χειμωνιάτικη αγκαλιά
Καλαμάκι σου ρουφά το βλέμμα
Που κοιτά ψηλά τον ήλιο
Και θέλει να κάνεις γυμνισμό
Μα εγώ κουβάλησα μαγιό
Που κέντησα πουκάμισο
Με κόκκους από έρωτα
Έχτιζα στην άμμο παλάτια
Κάπου εκεί αεράκι ένιωσα
Σαν με συνεπήρε καλοκαιρινό όνειρο
Όταν τρόμαξα,ένιωσα πως θα πέσω
Μ αυτές τις σαγιονάρες που φορώ
Έριξα στον πόνο ένα χαμόγελο
Που πάγωσε τις στιγμές με ήλιο
Κι έτσι σου έριξα τις κοτσίδες στο λαιμό
Πέτρες κουράστηκα να κουβαλώ
Τεράστια τα κύματα του Χειμώνα
Έστριψες τη γραβάτα
Που γέμιζα το λαιμό σου με κοχύλια
Μ άρεσε η εικόνα σαν έπεσα να κοιμηθώ
Μα έμεινα ξύπνια …

Κοράλλινα Φώτα στο γιαλό!

Εικόνα
Μύρισε άνεμος,λευκά
Στο γιαλό,τα χρώματα
Έρχονται με φόρα,κύματα
Αχτίδες από φώτα
Τα γαλάζια κοράλλια
Χαϊδεύουν την άμμο,χρυσά
Παλάτια,με ξερά χόρτα
Στην αμμουδιά
Ζεσταίνονται στα μάτια
Με φως,από μαλλιά
Ζήτησα συντροφιά
Να παίξω,στο κύμα
Άσπρο φως,διαπερνά
Σκέψεις,με πάνε μακριά
Το μυαλό,τις φέρνει κοντά
Σαν χαμογελά γλυκά
Κοράλλινα χρώματα,φόρεσα
Στο πιάνο,που κάθισα
Πάτησα,τα πλήκτρα
Έκλεισα σφιχτά,τα μάτια
Βαθύ το μπλε,στη θάλασσα
Στα πόδια,σαν πάγωσα
Κρύα αίσθηση,ένιωσα
Σαν βούτηξα,σε βαθιά νερά
Ήπια γεύση,απ τα  αλμυρά
Βλέφαρα,που άγγιξα
Στο θολό νερό,θα βρω
Κοράλλινο σταυρό
Για φυλαχτό
Γιατί είναι σπάνιο
Αυτό που ακολουθώ
Όταν το βρίσκω,ζωντανό
Ψάχνω,το άλλο μου μισό
Όνειρα κάτω,απ τον αφρό
Στο γαλάζιο σου,λαιμό
Ντρέπομαι να βγω
Το βυθό ξανακοιτώ
Τριγύρω ψάρια,βλέπω ακόμα
Τα φαντάζομαι,με χρώμα
Αναπνέω το νερό
Και κοιτάζω,να σε βρω
Είσαι,το πολύτιμο
Φως,στο φάρο
Δάκρυ,στο θαλασσινό νερό
Με φως γδύνω,να σε δω
Γυμνό,στο αλμυρό
Ταξιδεύω,τον ήχο
Νεύμα,κάνω στα πουλιά
Που σήκωσαν,φ…

Δίδυμες Ψυχές..!

Εικόνα
Μέσα σ ένα βουνό,ταξίδεψα
Τη σκέψη,πρόσωπο
Έκανα ποτάμι,μάτια
Άγριο θηλυκό,τοπίο
Ζωγράφιζα,το βλέμμα
Λέξεις στο μπλοκ,έβαλα
Έφτιαξα,διπλό
Καφέ,θολό στα άκρα
Καθρέφτη με φωτογραφία
Δεκέμβρη,με κρύο
Δίδυμη ψυχή,κόβω
Δάσος στο δέντρο
Νηστικό Πρωινό
Βλέπω πάλι,να πεινώ
Σημάδι τ άλλο μου,μισό
Νομίζω ξέρω,στόχο
Ρίχνω σφαίρα,ουρανό
Απέναντι,στο γκρεμνό
Κρατώ την πόλη,στο γκρίζο
Φαντάζομαι,έχει όπλο
Σκανδάλη,στο δάχτυλο
Χείλη,στο κόκκινο
Νερό στο στήθος,πάνω
Καταρράκτης στον ποταμό
Το νου έχω βάλει
Απέναντι,στο πηγάδι
Αντίθετα η ψυχή
Τραγουδά σκοπό
Σ ένα ήλιο,φωτεινό
Διώχνει ομίχλη
Κερδίζει το κρύο
Πολεμά στο καλό
Με ιερό,σκοπό
Εξουσιάζει το κακό
Γίνεται ένα,από δύο
Πόλη σε άγριο τοπίο
Γαλήνη θυμίζει,με βουνό
Στο καθαρό,οξυγόνο
Βλέμμα έχει,φωτεινό
Γλυκό δίδυμο,σαν εαυτό
Μαγειρεύει,φαγητό
Με αλατοπίπερο
Μα πρώτα τελειώνει
Τον καφέ,που πίνει
Συνήθως σκέτο,φτιαχνει
Σήμερα,θα τ αλλάξει
Ζεστή καλημέρα,θα φάει
Γλυκό παξιμάδι.


Πένα και Γραφή
Γεωργία Κατσιώρα




Ματωμένο Νούφαρο..!

Εικόνα
Έψαξα της ψυχής,το μυστικό
Στο απέραντο κενό
Μέσα στο σκοτεινό,χωριό
Στην πλάση άνοιξα,τα μάτια
Εγώ εκεί,χίλια κομμάτια
Πάλεψα,να βρω
Πιο χαλαρό ρυθμό
Μα έχω δρόμο μακρινό
Εκεί που ρέει το δάκρυ,χάρτινο
Με το γιαλό, χωρίς νερό
Στόλισα τη λευκή,πυξίδα
Έβαλα φώτα,το Χειμώνα
Φύλλα από κόκκινο,Φάρο
Ένιωσα,ρίγος απ το κρύο
Σαν πάγωσα την εικόνα,στο πράσινο
με τα λευκά νούφαρα,στη λίμνη
Που σταμάτησαν τον ήχο
Που το τραγούδι,φοβήθηκε το κίτρινο
Και μίσησε το κέντρο
Στο χρόνο που τρυπάνε φύλλα
Ξύπνησα τον πρωινό πόνο
Στην έκτη αίσθηση,τρώγοντας ψάρια
Σαν νίκησα την πείνα
Στο μονοπάτι,που ήταν γλυφό
Στο δρόμο από τη γεύση
Που τράβηξε η γρίλια
Στην πάλη,έριξα σκοτάδι
Κοίταξα γύρω,μια απ τα ίδια
Όμως με κράτησαν,δύο ξύλα
Κι όταν ξανά χάζεψα,τα πράσινα κλαριά
Τα έντυσα τρυφερά
Στη σκέψη,του έρωτα
Μόλις την πάτησα
Έριξα ραβδί στον ήλιο,μαγικά
Ύψωσα ανάστημα,στα δέντρα
Που άπλωσαν,να με τραβήξουν
Και τον ήλιο,να μου κρύψουν
Μιας και πατούν αργά στα φύλλα
Αθόρυβοι,κροκόδειλοι με πράσινα μάτια
Που …

Το Κατάρτι Της Οδοντογλυφίδας..!

Εικόνα
Σαν παιδί μικρό,αγαπώ το γλυκό
Με τη γεύση του,ταξιδεύω σε μαγεμένο ουρανό
Με ξύλινη κουτάλα,κουπί κάνω
Σαν γαλάζια βάρκα,πλέω
Και συναντώ ούριο Άνεμο,στην κλασσική σχεδία
Σαν φοράω μπλε χρώμα,στο μικρό καραβάκι
Ξένο επιβάτη δεν βάζω,στα λευκά όνειρα
Που κατάρτια πέταξε,η βροχή
Όταν λύγισα από αδύναμη,σκέψη
Η στεριά τότε,τράβηξε τη θάλασσα
Μου τράβηξαν το χαλί,απ τα πόδια
Κι αποχαιρέτησα τα πλήθη,τυφλά
Ζήτησα ξανά παιδιά,χάδι και αγκαλιά
Μέσα απ την ανεμελιά,συναίσθημα
Τότε που έμαθα,αγάπησα τ απλά και τα γλυκά
Σαν κράτησα φίλους καλούς,πολύ σφιχτά
Με τη ζέστη στο χαμόγελο,έδιωξα
Τη μοναξιά που δίνει,όσα θέλει
Σ ένα απλό παιδί μ αγάπη ανιδιοτελή
Καθώς πέφτει βροχή,μαθαίνει
Δίνει τρυφερά φιλιά,μια αγκαλιά
Κοιτάζει τα λευκά πουλιά,που ταξιδεύουν μακριά
Σαν κλείνει δυνατά τα μάτια,αγαπά κλασσικά
Σε αληθινά,χαρούμενα χορεύει
Και σε πραγματικά,σφιχτά κρατάει το τιμόνι
Κι ας σου θυμίζει,πως θυμώνει
Κάνει πως πετάει άγκυρα,πιάνει στεριά
Με ευαισθησία,απ το κλασσικό τραγούδι
Αγκαλιάζει το πι…

Στον Έρωτα Του Ζωδιακού..Με Το Κεντρί Στο Σκορπιό..!

Εικόνα
Έρωτας κεντρί
Σκαλοπάτι,η θάλασσα
Που κρατώ,αγκαλιά
Με πάθος,ανεβαίνω
Τον κόκκινο,ανθό
Στην κορυφή που
Κλαίει το βουνό
Με εικόνες,από βροχή
Έχτισα τεράστια,φλόγα
Με κλειστά,τα μάτια
Και πρησμένα βλέφαρα
Σαν έκανα προσπάθεια
Να αποφύγω,το σκορπιό
Πριν,απ το τσίμπημα
Του Χειμώνα,μες το κρύο
Την άκουσα,να μ αποχαιρετά
Και στα ψηλά,βουνά
Έτρεξε γρήγορα,η καρδιά
Στην παγωμένη,φωτογραφία
Που κράταγα,αγκαλιά με
Χάδι γλυκό,από γυναίκα
Σαν θύμιζε,οικογένεια
Φιλί πολύχρωμο,από συναίσθημα
Κάτω απ,την κατοικία
Στην χίμαιρα
Του μυαλού,με δύναμη
Ξάπλωσες,στο πατάκι
Της υποδοχής,σαν γκρέμισες
Την αποδοχή,στον εγωισμό
Πλάθει,η καθημερινότητα
Μουσική,στη μοναξιά
Με υπόκρουση,το ψεύτικο
Σαν άλλαξες συνήθεια και
Πήρες γεύση,από αλήθεια
Στον έρωτα,για ζωή
Κάτω απ τα ματόκλαδα
Μέσα από,τα βάσανα
Συμπάθησες,το πρόσωπο
Που χαμογέλασε,γλυκά
Σου γέμισε κουράγιο
Τη συνηθισμένη μέρα
Με την χαρούμενη
Αληθινή φωνή
Αυτήν που κόντρα,έχει
Την εποχή,για ικανοποίηση
Του δήθεν αγαπώ
Σαν νοιάστηκε,να πει
Καλημέρα στο πρ…

Δυο Κορυφές...Με Μαγικό Βλέμμα!

Εικόνα
Στη μέση του πουθενά,εκεί στα ψηλά
Κάθισα γονατιστή,στη Γη
Που τριγυρνούν,εδώ κι εκεί,οι Άγγελοι
Και κοντοστέκονται στο βλέμμα
Από το μαγικό τοπίο,του μαγεμένου νου
Εκεί που έπλασε ο θεός,τη λήθη του χρόνου
Και στον ύπνο,γέννησε την κορυφή
Φορώντας της μαύρο μανδύα,για χιτώνα
Έγειρε τρυφερά να μου ζεστάνει,τη σκέψη
Σαν χρωμάτησε,την πιο δύσκολη ανάβαση
Με την ανάσα,να δείχνει αγάπη στην κούραση
Σαν τη δύναμη που έλουζε,με φως
Τη συννεφιά,των θνητών ονείρων
Λίγο μετά το μεσημέρι,στο γεύμα του Φθινόπωρου
Εκεί άνοιξε πόρτα η όρεξη,για περιπέτεια
Μέσα στο μονοπάτι τη λάμψης,δεν ξεδίψασα στην ψεύτικη χαρά
Με δύο κορυφές,να με κοιτούν από ψηλά
Γιατί έχουν κάτι,από τη δύναμή που κάποιες φορές είναι ορατή
Και κάποιες άλλες σε κοιτά αόρατη,γιατί είναι εκείνη
Που μπορεί,ν απλώσει το χέρι,στα πάντα
Κι εγώ μένω να κοιτώ,στο άπειρο
Με το ξίφος,να κοιτά στην ματαιότητα και
Να νιώθω έρμαιο παιδί,μπαίνοντας στο παιχνίδι
Με βουκολική την πλάση,στο γύρισμα ένιωσα ένδοξη με πλάνη
Ζώντας τη γεύση,από το …

Ο Ύπνος Από Τα Δάκρυα Των Μαργαριταριών!

Εικόνα
Άνοιξα τα βλέφαρα,στο Μυστικό ύπνο
Με τη θέληση,να με σκουντά για να ξυπνήσω
Απ την οργή,των Μαργαριταριών
Λουσμένη μες τα πλουμιστά,σκεπάσματα
Και τα λευκά μου ρούχα,που άνεμος παρέσυρε
Στο σκοτάδι,τη στιγμή που τα μάτια μου,φώτισε
Μια αόρατη δύναμη στο κενό κορμί,σημάδι
Άφησε η ηλιαχτίδα στο φως
Σαν έσπασε το τζάμι
Στο ξεσκέπασμα,της ψυχής,με την αγκαλιά
Να αποζητά το μητρικό,της χάδι
Σαν φάνηκε το μονοπάτι απ το πέρασμα
Της γύμνιας,εκεί που στάθηκε βουβό
Κάτω από τη χαμηλή,τη φλόγα
Σαν έντυσε η σκοτεινή πλευρά,της λυχνίας
Με τον έρωτα απατηλά,να σου σιγοτραγουδά
Τους κώδικες,που αποκρυπτογράφησα
Πίσω απ το βλέμμα,των Μαργαριταριών
Εκεί που στο γκρεμνό,της ντροπής
Σήκωσε άνεμο,από το ρίγος και σιωπή
Που σκέπασε,το σεμνό σεντόνι
Μόλις έπεσε το φως,πάνω στα βλέφαρα
Ρίχνω δάκρυα χαράς,στο δικό σου μαξιλάρι
Εκεί στο δρόμο,που γεννήθηκε η πλάση
Κάτω απ τα ουράνια,Μεσόγεια
Στη ζέστη από τα χρώματα,του ήλιου
Με τη φλόγα,να σπαρταράει στην έρημο
Γιατί το πάθος έμαθε,να σου καίει το κορμί
Σα…

Το Κόκκινο Χάδι ...Στο Πράσινο Άγγιγμα..!

Εικόνα
Χάραξε φως,με φόντο τον ορίζοντα
Στο σχήμα,των ματιών σου
Εκεί που έστειλα,μια ηλιαχτίδα
Με το τοπίο,να αντανακλά
Πάνω από τα γλυκά σου,βλέφαρα
Μέσα στον ήλιο,τους έδωσα,σχήμα
Από κόκκινη παπαρούνα
Που ξεπρόβαλε,με την ψυχή σου
Στο χαμόγελο,με το κόκκινο Χάδι
Εκεί που θα έπεσε το βλέμμα,των Χειλιών σου
Μετά απ το βαρύ,Χειμώνα
Γιατί είμαι εδώ,να σου αλλάξω,το σκοτάδι
Με μια γλυκιά Άνοιξη,στο πράσινο χρώμα
Με το βουβό ήλιο,για Παραμύθι
Σου πλάθω φως,με τις εικόνες
Καβάλα στα άλογα που τρέχουν,σε φωτεινά λιβάδια
Με τον ήχο της μέρας,να προχωρά με βήματα
Στα σύννεφα,που παίρνουν σχήμα
Με τα λευκά πρόβατα,της αγνότητας
Να γίνονται ζευγάρια,το ένα δίπλα στο άλλο
Εκεί τα ντύνει με φως,ο ουρανός
Τη στιγμή,που ερωτεύτησαι
Το λουλούδι,μέσα απ τη μέρα
Σαν σου χάρισαν,την ψυχή
Και μια γαλήνη,απ το φως
Μέσα από χιλιάδες χρώματα
Θα ρίξω κόκκινο,στη μέρα
Και θα πετάξεις σαν πουλί,τη μοναξιά
Μέσα στο ρέμα,της βροχής
Σαν χάδι με απαλές,φυσαλίδες
Θα σου γεμίσω,έρωτα τον κάμπο
Από κατακόκκινα λουλούδια

Αγκάθινος Κύκλος..!

Εικόνα
Σαν παραμύθι,φαντασίας
Ξεπροβάλλει στο φως,της μέρας
Πάνω απ το αγκάθινο,στεφάνι
Στο πέπλο που φορά για σένα,η μοίρα
Όταν άπλωσες, πανωφόρι στη βέρα
Δεξιά το τράβηξες,να σε σκεπάσει
Κάποτε,σαν ήσουν αμάθητο,μικρό παιδί
Εκεί που ξάπλωσες με χαμόγελο,στη ρίζα
Κι έμαθες να καταμετράς τον ήλιο
Όταν τα φύλλα σου έπεφταν,το γέρικο χειμώνα
Σε κάποια όμως,έμεινε το χιόνι
Σε αυτά που ήταν,τέρμα δεξιά
Και σ όλα τα αριστερά, κλαριά
Στα μέσα,του βαρύ χειμώνα
Έπλεξα ,τ αγκάθια
Με σχήμα καπνού,για συντροφιά
Μ αυτό το βλέμμα που,παγώνει
Σαν σε κοιτώ δεν κατάματα
Χάνεις το βαθύτερο,νόημα στον κύκλο
Έτσι ψάχνεις κάτι,να σε καθηλώσει
Τη στιγμή,που βρίσκεις έναυσμα σε λέξεις
Που σου θυμίζουν,κάτι απ το παρελθόν
Το χρόνο που βουρκώνει,το βλέμμα
Και τη βροχή,συναισθημάτων
Μέσα απ το νου σου,θα κοιτάς σαν δέντρο
Που στα τεράστια κλαδιά,έριξε σκέψεις
Και με το αίμα σου,για ποτιστήρι
Μέσα απ τις ρίζες,των ματιών σου
Στο βλέμμα σου θα δεις τον κήπο,της αναγέννησης
Στην ροζ ακτίδα,από το φως των λουλουδιών
Μέ…

Η Σιωπή των Αγγέλων..!

Εικόνα
Ακούω στη σιωπή σου,βήματα
Σαν κάποιος,να χτυπά δυνατά
Γιατί ακούω αχνά,στην πόρτα
Κάποιον,να γρατζουνάει μες το σκοτάδι
Να σέρνει,γρήγορα το πόδι
Και σαν μικρό παιδί,να μου γελά
Κάνοντας τη νύχτα, μέρα
Μέσα απ τη ζεστή του,σκέψη
Τη στιγμή που ο χρόνος,πάγωσε το αίμα
Σαν προσπέρασε,το βλέμμα
Ξυστά απ το ξύλινο,ρολόι
Σαν έλιωσες,τον πάγο
Μου πρόσφερες σφηνάκι,από αγίασμα
Με τα φτερά και τα πούπουλα,σαν έρθω
Πάνω,στο μαξιλάρι σου
Θα έχεις το σταυρό,για φυλακτό
Γιατί το βάρος, στην καρδιά
Δεν ειν για μένα,συντροφιά
Σαν αγναντεύω,εκεί στα ψηλά
Με τα λευκά,μεγάλα μου φτερά
Πήρα κι εσένα,συντροφιά
Τη δύναμη μου,να σου δώσω
Κάθε φορά,που κάποιον άγγελο θα βοηθάς
Αυτός θα ρχεται,να με βρίσκει
Στα μέρη τα παλιά
Εκεί που βλέπαμε,αγκαλιά
Την όψη της γαλήνης
Τη στιγμή που σου κράτησα,το χέρι
Κι ένιωθες,αγνή ψυχή
Σαν κάθισες πάνω,στο βράχο
Και μου πες,θέλω να αλλάξω
Πες μου ένα δικό σου,παραμύθι
Εκείνο με τ αέρινα,πουλιά
Που πέταγαν,από ψηλά
Μόλις έγιναν, Άγγελοι
Μ αέρινη ματιά
Και άγγιγμα που,σε …

Μας Κρέμασαν Ταμπέλες...Με Κανελί Φόντο!

Εικόνα
Την Τρίτη,άπλωσα ταμπέλα
Με παλτό,στο γκρι Χειμώνα
Έγειρα τα δάχτυλα,στον ορίζοντα
Τη στιγμή,που στο παραμύθι έζησα
Μέσα απ το βλέμμα,της σοφίτας
Κάτω απ το μικρό,κελάρι
Σαν άνοιξα ένα,μπουκάλι
Ήπια κρασί,στην εικόνα
Έγινα φίλη,με τα άλογα
Και τον Ιππότη,καβάλα
Με πήρε,στη χώρα,του Δαυίδ
Μέσα από τρικυμία,στην άμμο
Σαν άνοιξε η θύελλα,στα δύο
Μέσα στην άμμο,των ματιών σου
Είδα να έρχεται,μια ηρεμία
Εκεί,στον πράσινο Φοίνικα
Έσκασες,ένα μικρό χαμόγελο
Στο λαιμό,μιας μικρής μαϊμού
Σαν ήθελε,παιχνίδια
Έκανε πως μου τράβαγε,τα μαλλιά
Σαν γέλαγα,ξέγνοιαστα
Με σένα,συντροφιά
Και μόλις είδα,σύννεφα για ορίζοντα
Κατάλαβα,πως ήρθε στον ύπνο μου,η μπόρα
Έφυγα τρέχοντας,για να την προσπεράσω
Και χάθηκα,στην έρημο Σαχάρα
Βάζοντας ταμπέλα,στο μονοπάτι του κακού
Σαν άλλαξα πλευρό
Μόλις πήγα,να σηκωθώ
Απ το γλυκό μου,ύπνο
Άνοιξα γρήγορα,τα μάτια
Βάζοντας στις παντόφλες
Το κανελί χρώμα,με γεύση στον καφέ
Έφτιαξα πρωινό,με μέλι
Μόλις άνοιξα καλά το μάτι
Έβαλα,στο τραπέζι
Μπόλικες κούπες,για καφέ και …

Κόκκινο Το Χρώμα Που Σου Άρεσε!!

Εικόνα
Κάθισες δίπλα μου,σιωπηλά
Σαν μπουμπούκι,που μόλις τ άγγιξα
Άνοιξε τα φτερά του,στην ντροπή
Τη στιγμή που μαράθηκαν
Τ αγκάθια,του αγρού
Στο φως,του δικού μου γέλιου
Μέσα απ το πάθος,της γαλήνης
Έμεινα,στον δικό σου ουρανό
Μόλις αντίκρισα,τα κόκκινα Ρόδα
Με τη γλυκά σου,τη ματιά
Εσύ φερόσουν πάντα δειλά,μα ξαφνικά
Φόρεσες,το αγέρωχο ύφος
Σαν ιππότης,που καβαλά το σιωπηλό,του βλέμμα
Και ντροπαλά,κορδώνει ανάστημα
Σαν σκύβει να δέσει,τα λιτά μαλλιά μου
Με την τεράστια,καρδιά του
Που κάθε τόσο,μου χαμογελά
Όταν την πλησιάζω,βαδίζοντας
Με το δικό του,το ρυθμό
Αμήχανα και τρυφερά,κοιτάζεις
Σαν νιώσεις πάνω σου,το χέρι
Να θέλει να σε πάρει,αγκαλιά
Και να σου κλείνει,τα μάτια
Στο ήχο,της γλυκιάς γεύσης
Μέσα απ τη σκέψη,ενός ρομαντικού Βαλς
Μες το χαμό,μιας μελωδίας από πιάνο
Πάνω στη στιγμή που,ταρακούνησες,το άδειο μου
Μικρό παγκάκι,που μέχρι χθες μου ήταν αρκετό
Μόνο στα χρώματα,του γκρι
Γιατί τα Ρόδα, έγιναν πέταλα
Στο πέπλο,που κοιμήθηκα
Με Φθινοπωρινό,το βλέμμα
Με κοίταξες,με πείσμα
Αφο…

Στα Μονοπάτια Της Θέλησης!

Εικόνα
Ένας μοναχικός δρόμος
Αυτός της λέξης,των πλήκτρων
Σαν κλείνω τα μάτια μου,ανοίγω την σκέψη
Με σημάδια,να σκάνε στο πλάι
Σαν πυροτέχνημα,απ τα ξερά κλαδιά
Και τους κορμούς,από τα γέρικα δέντρα
Εγώ έμαθα,να περπατώ μοναχικά
Μέσα στον όχλο και
Στα αρώματα,των λουλουδιών
Μιλώντας,με τον εαυτό μου
Αποζητώ,να αλλάξω ουρανό
Γι αυτό,κοιτάζω πιο ψηλά
Αλλάζοντας τη μελωδία μου,στη θέληση
Σταμάτησα,το χρόνο
Στα απατηλά χτυπήματα,του νου
Ξερίζωσα την αδικία,του ξεχασμένου εαυτού μου
Δίνοντας γεύση,στο νόημα της κλωστής
Μέσα απ τις λέξεις,που ακροβατούν
Μετά τη βάπτιση,του χαρακτήρα μου
Με τη μνήμη,να μην ξεχνά τα λάθη μου
Σαν τα πάτησαν άλλοι
Τη στιγμή που τα ξέβαψε,ο χρόνος
Εκεί που στάθηκα, μάτωσα
Κρατώντας,κόκκινο μαχαίρι
Πριν πω,το τελευταίο αντίο
Στην μάταιη και στην κοινή ζωή
Σαν απλός θνητός,που κάλυψε με λέξεις
Το παγωμένο αίμα,σαν άλλαξε πατρίδα
Κι έγινε ορφανός,από τους μάταιους
Σαν έπλασε μέσα στη νύχτα,τη μέρα
Τράβηξε,απ το λήθαργο
Τ αστέρια,των ματιών του
Σαν άλλαξε ταμπλό,στη βάση

Η Περιγραφή Της Λέξης "Απληστία"..

Εικόνα
Το "Εγώ"σου, πάλλεται
Μες το κύμα,του πένθους
Έχει αντάμα,το θάνατο
Στου βοριά,το κατώφλι
Άναψες,μηχανές στην απληστία
Βάζοντας πλώρη,στο απόλυτο τίποτα
Την ώρα που αψηφάς
Την πείνα και τη δυστυχία
Μα ξέχασες πως πέταξες
Τη σωστή σου,κρίση
Της φόρεσες μαύρο,μαντήλι
Και με τα βουρκωμένα,μάτια
Κάρφωσες,το μαχαίρι μέχρι μέσα
Να φτάσει στην παγωμένη σου,καρδιά
Άγγιξες τα σκυθρωπά σου,χέρια
Μα τρόμαξαν οι ρυτίδες,το χρόνο
Γιατί αράχνιασε το δικό σου,"Εγώ"
Μες τα δικά μου μάτια
Είδες το φως να ανατέλει
Δεν σου δωσα σκοπό,για απληστία
Και συ,με κάθισες στο σκαμνί
Λέγοντας πως κατέχεις,την άρνηση
Σαν καβάλα,σε πήρε ο ύπνος
Στον έρωτα,της ανεπάρκειας
Την ώρα που έβγαλε να σε κεράσει,πάγο
Απ το ποτήρι,του φραπέ
Και κει ταράχτηκες,απ τις φωνές
Γιατί εσύ επέλεξες,να με διώξεις
Μα μην αρνείσαι
Αυτό,που θα πρεπε να είσαι
Άνθρωπος,γεμάτος συναισθήματα
Που γεννά αλληλεγγύη,μέσα από την πράξη
Και διώξει το κενό,στη σκιά
Κρατά μαχαίρι στο κρύο
Κι ας ξέρει,πως δεν αρκεί η ασπίδα
Γιατ…

Ο Φακός Της Ψυχής Σου!

Εικόνα
Σαν ήμουν,μικρό παιδί
Στάθηκα,στου χρόνου το σκαμνί
Κοίταζα σιωπηλά,τον ουρανό
Μ ένα βλέμμα,φωτεινό
Κάνοντας κύκλους,για χορό
Μες το δικό σου,φακό
Ψάχνοντας ψυχές,σε χρόνο αργκό
Ταξίδεψα,σε δικά σου λιμάνια
Με τα μαύρα σου,μαλλιά
Πλέκοντας,κοτσίδες για κατάρτι
Βρήκα,μιαν ήσυχη άκρη
Χωρίς το βλέμμα,στη βαβούρα
Στα μπλε σου χρώματα,η φιγούρα
Με συντροφιά εσένα,δύο πούρα
Και τον φακό,της ψυχής
Με γυάλα μπλε και φόντο να θυμίζει άδειο
Με το φακό, της ψυχής μου
Να δείχνει τα μέρη,που περπάτησα
Στις ανάσες,του χρόνου
Στην κόψη του ξυραφιού
Με το φακός,να εντοπίζει τα πάντα
Δαμάζοντας τα βλέμματα
Και θέτοντας τα όρια
Πορεία γραφής,στο ταξίδι
Της δικής μου,ψυχής
Που κυβερνά,τον έρωτα
Με την εικόνα του απέραντου γαλάζιου.


Πένα και Γραφή
Γεωργία Κατσιώρα








Η Γέννηση Του Σκοπού... Μετά Την Εμπειρία Της Έκφρασης!

Εικόνα
Ο σκοπός,γεννά στον άνθρωπο
Τις εμπειρίες αυτού,μέσα απ τον ίδιο σκοπό
Σαν τη μέρα,που στην αγκαλιά σου
Τα δάκρυα και ο πόνος
Ήταν η καθημερινότητα σου
Μέσα απ την αλήθεια της ψυχής σου
Σαν αντίκρισες πλάι,απ το παραθύρου σου
Το φως της Ανατολής
Μόλις σου γέλασε, άπλωσες το χέρι
Τη στιγμή,που ο χρόνος σταμάτησε
Στο βλέμμα,για το καλώς όρισμα
Άγγιξε τη δική σου αγκαλιά
Και σαν ψιθύριζε,χαμηλόφωνα
Σου ζωγράφισε,την κορυφή
Έναν άνθρωπο,να προσπαθεί
Κάνοντας το δάκρυ
Χιόνι,που χαίρεται να ναι εκεί
Και να αγναντεύει,στα βουνά
Σαν αγέρας,μέσα απ τα μαλλιά
Τη στιγμή,που άνοιξες τα μάτια σου
Και ήρθε,σαν άγγελος
Να σου διώξει,τον φόβο
Σου έκλεισε,τα μάτια στο σκοτάδι
Με το γλυκό του χάδι
Πέρασε απ το λευκό,πουκάμισο
Φορώντας σου,την αγέρωχη ματιά
Μ ένα απόβαρο,στις πράξεις σου
Να τρέχεις στους δρόμους,της αλήθειας
Στην εναντίωση,του λάθους του
Με τον σκοπό της γέννησης
Να ξεκινά γιορτή
Μετά την αυτοκριτική
Στο ξέπλυμα της συνείδησης σου
Όταν η εγωπάθεια
Θα μπει,σ ένα κατάλευκο πέπλο
Και μια …

Δεκαπέντε Λέξεις!

Εικόνα
Αστέρια έπεσαν,στα μάτια σου Την ώρα που σχημάτιζες Τις δεκαπέντε λέξεις Ο ουρανός σου,ξεδιπλώθηκε Μες το σεντόνι,της θάλασσας Στον ήχο,της ελευθερίας Με τον χρόνο,να σε υπνωτίζει στο μπλε Τη στιγμή που ηλιαχτίδες φωτός,έκαναν κόντρα Στον ορίζοντα,της λατρείας σου Έτσι έμαθες ν αγαπάς.το συννεφάκι Θυμώσουν τη γλυκιά ανάμνηση,της μάνας Που με γλυκό,του κουταλιού Μάζευε τη Γεωργία,κι έπλαθε θησαυρό Μετέτρεψε το γκρι,σε ουράνιο τόξο Κάνοντας όνειρα,με μπλε χιόνι
Και στον ορίζοντα ,φώτισε πράσινη Η καταιγίδα,της μάνας Που στο δάσος,έχασε μια ζωή Και το μόνο που είπε,φεύγοντας Πως η μόνη,προίκα σου Θα ναι,οι δεκαπέντε λέξεις.
Πένα και Γραφή Γεωργία Κατσιώρα


Εις Μνήμην Των Αθώων Ψυχών!

Εικόνα
Κάποτε το φονικό όπλο,Αδόλφος Χίτλερ
Έδωσε χρίσμα,στον εγωισμού του
Χωρίς ψυχή και μόνο με εξουσία
Στην βοερή παρέλαση
Με σιωπηλά πτώματα
Με οίστρο στο πέρασμα,της λογικής του
Ζητώντας βίαια και με σκοπό
Την εξόντωση των Εβραίων
Αυτοί που δήθεν,τους ονόμασαν
"Άχρηστες Ζωές"
Και τους αποτελείωσε,σαν κτήνος
Από το μένος ,τη λύσσα και
Την τόση κακία του
Σκοτείνιασε τα πρόσωπα τους,με δόλο
Το μόνο που άφησε,στο πέρασμα του
Είναι σκιές και πόνο,στα αθώα βλέμματα
Χωρίς ψυχή και δίχως τύψεις
Βάπτισαν με θράσος,τα κορμιά
"Ξένα Σώματα και Διανοητικά Νεκρά"
Φράσεις που έγραψαν,των Ναζί τα δάχτυλα
Σ εκείνο με αίμα
Κόκκινο και σκοτεινό βιβλίο
Σκοπός τους,μόνο ο Αφανισμός
Σε όλη την Ευρώπη
Με τα τομάρια,να ωθούν
Πολιτικά και με σειρά,εκατομμύρια λαό
Στη μάζωξη,για ολική εξόντωση
Μίλησαν για την" Μόνη Λύση"
Ξεκινώντας το 33 με αποκλεισμό
Παίρνοντας τους,ότι είχαν και δεν είχαν
Τους στέρησαν τα θέλω
Και με την εξουσία,καβάλησαν την αδικία
Και έκαψαν, τα πάντα
Φυλάκισαν…

Οι Τιτάνες Ξορκίζουν Το Δήθεν!

Εικόνα
Σ ένα τοπίο μαγευτικό
Που φυσά τη μυρωδιά,της θάλασσας
Μ ανθούς στα πράσινα λουλούδια
Και ουρανό,να δίνει χρώμα
Στις μυρωδιές του Σεπτέμβρη
Ακούς φωνές,από παιδιά
Που ξέγνοιαστα χαμογελούν
Με δύο πλευρές και δύο σταθμά
Θωρείς από τη μια, μικρούς Τιτάνες
Και από την άλλη,μεγάλους Δήθεν
Ανθρώπινα καμώματα
Με αυτοθυσία,στην εσωστρέφεια
Την αγάπη,στην αυτοκαταστροφή
Που μόλις ένιωσε την κολακεία
Τρόμαξαν όλα,τα πουλιά
Φόρεσαν μάσκες,απαλά
Κι έκαναν τους φιλόζωους
Τη στιγμή που η ψυχή τους,είναι κενή
Δεν αγαπούν,πέρα απ το γκρι
Και κάπου εκεί,στην ξεγνοιασιά
Μαζεύτηκαν πουλιά και αερικά,
Σκάκι είπαν,να παίξουν
Στα πιόνια,θα τοποθετήσουν
Το σάπιο κρέας,που βαφτίζουν
Σ όλους τους Δήθεν,θα χαρίζουν
Σ αυτούς,που χρόνια έθαβαν
Κι έδιναν,την ψυχή τους
Στο θάνατο της καθημερινότητας
Ανέπτυξαν τον δόλο,του συμφέροντος
Έμαθαν το πόσο χρήσιμες,είναι οι παρωπίδες
Έγιναν επικριτές,μεγάλοι εκτιμητές
Χωρίς να κοιτάν στον καθρέφτη
Τις ψυχές αυτών
Σαν βρεθείς στο σκαλοπάτι της κερκίδας
Πρέπει να κάνεις,μ…

Οι Ορατοί Στο Μάτι Των Αόρατων!

Εικόνα
Βαδίζεις,σ ένα τεντωμένο σχοινί
Στην κόψη,με τις δύο όψεις
Σ ένα τραπέζι ,που έστρωσαν για σένα
Περίτεχνα, Μαύρα Κοράκια
Σαν σήκωσες,την πρώτη πέτρα
Στα ορατά σημάδια
Είδες το μέγεθος του κουστουμιού
Σε μια τρίγωνη αλήθεια
Που σε μετέφερε,στο καπέλο της ασχήμιας
Εσύ μόνη,έρμαιο στην κορυφή της λογικής
Και οι άλλοι δύο,εχθροί αλλά μαζί
Τίποτα δεν είναι ,όπως νόμιζες
Είδες μια κατσαρίδα,κρυμμένη
Στην σκιά της μέρας
Βρήκες το σκουλήκι
Να σέρνει,στην καμπούρα του
Την πληρωμή και την πληροφορία
Και να κοιμάται ξένοιαστα
Με καθαρή συνείδηση στην ανεξαρτησία
Αυτοί καβάλησαν τον δικό σου,ύπνο
Με θράσος,στο δικό σου οίστρο
Που χάραξαν για σένα,οι Αόρατοι
Σαν βάδισες τόσο καιρό,μ αυτούς
Που Δήθεν ήταν Ορατοί
Σ αυτούς που άνοιξαν τον πόλεμο
Και θέλησαν αίμα στη μάχη
Εκεί,πρόβατο σαν είχες πάει
Για εκείνους τους Αόρατους
Ήταν εύκολο,να σε αποτελειώσουν
Πριν Καν αρχίσεις,να μιλάς
Πριν νιώσεις πως φοράς
Περίτεχνα γυαλιά,βλέποντας μονοπάτια
Αυτά που άφησαν οι Ορατοί
Και έκρυψαν σε στοές,οι τόσοι Αό…

Ατσάλινα Πουλιά!

Εικόνα
Κάποτε ήμασταν παιδιά
Θαυμάζαμε βουνά από ψηλά
Και κάναμε όνειρα τρελά
Στα περισσότερα ,αυθόρμητα  Ένα από αυτά που θα θελα να δω
Φτερά στον ουρανό, Να μπορώ κι εγώ να φορώ
Να νιώθω,πως πετώ
Με ανοιχτά τα χέρια
Σαν μάθω να χαμογελώ
Σ ένα ρυθμό ελεύθερο
Πουλί αγέρωχο να νιώσω
Αγάπη στο φιλόσοφο
Στο φαγητό τη γνώση
Θα χω εγκράτεια στο νου
Όσο ανεβαίνω σκάλες
Με τα φτερά να οργώνω Άκρη προς άκρη
Μα κανείς,δεν μου χε πει
Ούτε οι απλοί,ούτε και οι γνωστικοί
Πως όλοι οι λαθροκυνηγοί
Ζητάνε τους καλύτερους
Παλεύουν για το θάνατο
Των σπάνιων πουλιών
Μόλις κρυφτούν οι κυνηγοί
Κι ακούσουν ήχο στη βροντή
Θα ορίσουν το τουφέκι τους
Τα άψυχα θηρία, αυτά που ζουν
Να δουν την ζήλια,στη σκανδάλη
Θα θέλουν,όλο το κουφάρι
Και θα ζητούν να πάρουν
Μαζί τους για το θάνατο,
Τα ελεύθερα πουλιά!
Εκείνα τρέχουν δυνατά
Φτερά στις πύλες,διάπλατα
Ψάχνουν να βρουν μια σπηλιά
Και κράζουνε πιο δυνατά
Στην τόση αδικία
Μα όταν κάπου κουραστούν
Στο στόχαστρο απλά θα μπουν
Σαν μια θηλιά από θάνατο
Με άρωμα από αίμα
Στη σφαίρα του ορίζοντα
Στα άγρια πατήματα

Διψασμένη Γη!

Εικόνα
Σαν ερημικό λουλούδι,καθιστά
Στο σκαλοπάτι του πιάνου
Χαϊδεύοντας με ευαισθησία
Το διψασμένο παραμύθι
Ο πρίγκιπας να καβαλά το άλογο
Διψασμένος στο σκοπό
Μιας περιπέτειας
Σε ονειρικό ταξίδι
Κρατώντας σφιχτά,τα γκέμια
Προσπαθεί να ξορκίσει το κακό
Να ποτίσει,τα δικά του όνειρα
Μέσα από την ελπίδα
Μ ένα τραγούδι στοργικό
Με σταθερή πορεία,
Και κάπου εκεί
Σαν κοντοστάθηκε
Στο ξεραμένο ρυάκι
Ξάφνου συνάντησε
Την ορμή του ποταμού
Να πνίγει τη διψασμένη γη
Των κοιμισμένων ονείρων
Αυτών που η ξηρασία
Γέννησε μνήμες,σε πόλεμο
Χάραξε δρόμους,μέσα από την άμμο
Του καλού και του κακού
Μέσα από αλήθειες,
Βασανισμένων ανθρώπων
Που πέθαναν στην ταύτιση
Του καφέ πέπλου ,και με ρυτιδιασμένα πρόσωπα
Αντίκρισαν,την πράσινη ελπίδα
Σαν φως χαράχτηκε
Στο δρόμο,που χάραξε η αισιοδοξία
Τη στιγμή της γέννησης
Εκεί που ανακαλύπτεις,
πόσο χρήσιμη
Είναι η αναγέννηση
Στη Διψασμένη Γη.


Πένα και Γραφή
Γεωργία Κατσιώρα

Ο Άλλος Μου Εαυτός!

Εικόνα
Βλέμμα από φυσαλίδες
Τα μάτια της ψυχής μου
Μέσα απ τη θάλασσα
Ήλιος θα ξεπροβάλει
Μ ένα κρυμμένο πρόσωπο Χορεύοντας κόντρα στη μάσκα Και στο παραμύθι των αγνώστων
Που σου έφτιαξαν,με ατσάλινο κερί
Όμως το έλιωσες με δάκρυα,στο χρόνο
Αυτό που αναζητώ  Σαν κάτι να θυμίζει Άσχετα ότι κι αν βλέπω  Στο αγκάθινο στεφάνι
Γιατί σαν κρύβεις,το θηρίο
Θα βγει,ο άλλος σου εαυτός
Σαν δεις από απέναντι
Τον φτερωτό σου άγγελο
Με δάχτυλα να χαϊδεύει Τα μαλλιά σε ευκαιρίες
Κι όταν νιώθει τα φύλλα
Θα πενθεί στο χειμώνα
Όμως απ το βαρύ,το κρύο
Θα παγώσει και όσους έχει γύρω
Μέσα τους ένας μακρύς μονόλογος Με λέξεις,συναισθήματα και πράξεις
Σαν κάποιοι να αποζητούν Την ίδια όψη του καθρέφτη Σαν κάτι να μισούν Μα αγάπη δεν τους έδωσαν  Νερό να ξεδιψάσουν
Γι αυτό κι αυτοί
Αναπολούν στη μοναξιά
Βλέπεις η καθημερινή φθορά
Στις ψεύτικες,τις μάσκες
Θα σε πουλήσει,θα σ αγοράσει
Και μόλις δεις τη λεμονιά
Γεμάτη άνθη και χαρά Στη νύχτα του χειμώνα
Θα βγει καθρέφτης της ψυχής
Και σαν τον αντικρίσεις
Θα ναι πάλη …