Δυο Κορυφές...Με Μαγικό Βλέμμα!

Στη μέση του πουθενά,εκεί στα ψηλά
Κάθισα γονατιστή,στη Γη
Που τριγυρνούν,εδώ κι εκεί,οι Άγγελοι
Και κοντοστέκονται στο βλέμμα
Από το μαγικό τοπίο,του μαγεμένου νου
Εκεί που έπλασε ο θεός,τη λήθη του χρόνου
Και στον ύπνο,γέννησε την κορυφή
Φορώντας της μαύρο μανδύα,για χιτώνα
Έγειρε τρυφερά να μου ζεστάνει,τη σκέψη
Σαν χρωμάτησε,την πιο δύσκολη ανάβαση
Με την ανάσα,να δείχνει αγάπη στην κούραση
Σαν τη δύναμη που έλουζε,με φως
Τη συννεφιά,των θνητών ονείρων
Λίγο μετά το μεσημέρι,στο γεύμα του Φθινόπωρου
Εκεί άνοιξε πόρτα η όρεξη,για περιπέτεια
Μέσα στο μονοπάτι τη λάμψης,δεν ξεδίψασα στην ψεύτικη χαρά
Με δύο κορυφές,να με κοιτούν από ψηλά
Γιατί έχουν κάτι,από τη δύναμή που κάποιες φορές είναι ορατή
Και κάποιες άλλες σε κοιτά αόρατη,γιατί είναι εκείνη
Που μπορεί,ν απλώσει το χέρι,στα πάντα
Κι εγώ μένω να κοιτώ,στο άπειρο
Με το ξίφος,να κοιτά στην ματαιότητα και
Να νιώθω έρμαιο παιδί,μπαίνοντας στο παιχνίδι
Με βουκολική την πλάση,στο γύρισμα ένιωσα ένδοξη με πλάνη
Ζώντας τη γεύση,από το νόημα για επιλογή κι
Εκεί κάπου,έπρεπε να βαδίσω στα πάντα ή στο τίποτα
Οι γύρω μου,το απόλυτο κενό και εκεί αναρωτήθηκα
Πως οι πολλοί,ζητούν στα πάντα και συ
Στους λίγους,βαδίζεις μοναχική στο τίποτα
Με το βλέμμα να χαϊδεύει,τη γαλήνη και τη γνώση
Να ζητάει το χάδι της μάνας,μέσα από κει θα αποζητάς τη μοναξιά
Γιατί στην αίγλη του τοπίου,αγάπησες τον αέρα που σε φύσαγε απαλά
Σε καιρούς μοναχικούς,που σε πόνεσε,το άδικο
Στο κρύο,σαν μάσησες κλαδιά,για να βάλεις οξυγόνο
Σε πληγές που απ τη φόρα των ανέμων
Ξεγύμνωσαν όλα τα φύλλα απ τα μαλλιά σου
Τη μια με το νερό,να εξαφανίζεται
Κι απ την άλλη με ορμή,να τα χτυπά
Τα πιο αδύναμα και μακρινά κλαριά
Αυτά που είναι ευαίσθητα,στον ήχο απ τα πουλιά
Αυτά που λάτρεψαν,τα πιο γλυκά πλεκτά,που έντυνε η φύση
Μέσα από την ανθρώπινη λύπη,στάθηκες στυλοβάτης με αισιοδοξία
Κρατώντας την απλότητα,στο φόβο σου,ρίχνεις κλωτσιά
Κι εκείνους που αγαπάνε,μόνο να παίρνουν
Τους άφησες να αγκαλιάσουν και να πάρουν απ το μπράτσο,τους δήθεν
Εσύ που έμαθες,ν ακούς τη γκάιντα σαν μουσική,μέσα σου
Σιχαίνεσαι δειλούς και άψυχους
Αυτούς που μόνο ξεπουλούν,στα πάντα
Γιατί είναι ζωντανοί- νεκροί, μα τόσο απατηλοί
Σε όνειρα και ελπίδες,απλά θα ζουν δυστυχισμένοι
Έχοντας έγνοια για τα πλούτη και τη δύναμη
Θα υπάρχει πάντα ο χρόνος,που γι αυτούς σταμάτησε στα πάθη
Αυτό που όμως ξεχνούν,είναι πως στη γέννηση και στο θάνατο
Όλοι μας ήρθαμε και φεύγουμε γυμνοί
Απλά ζητήσαμε το χάδι,μόλις ανοίξαμε το βλέμμα και
Μόλις έφυγαν τα πάντα,αντικρίσαμε τη γύμνια
Κάποιοι ήρθαν και θα φύγουν ,σαν τα άψυχα,βουβά κορμιά
Νεκρά πνεύματα,πριν κλείσουν τα θολά μάτια
Άλλοι πάλι θα δεις να πεθαίνουν,κάθε μέρα
Μα η ψυχή τους έχει κότσια,να απαρνηθούν τα πάθη
Επέλεξαν τα πραγματικά πλούτη,σαν έβαλαν παρωπίδες στην ψυχή
Έμειναν μόνοι στο δρόμο,όταν ο πόνος χτύπαγε την πόρτα
Είδαν πως η εμπειρία,θα φέρει θλίψη μα θα γεννά,σοφία
Κι εσύ που τόλμησες να υψώσεις τη μνήμη,στα κενά σημεία
Σαν έμαθες και είδες,όμορφα τοπία,προσπάθησες να σηκώσεις
Την Πέτρα,βλέποντας την άλλη σου ζωή,αυτή που κρύβεται
Κάτω απ βάθος του θανάτου σου,εκεί στη δύση
Θα σε χλευάζουν,γιατί είναι πλούσιοι,μα φτωχοί συναισθημάτων
Και κάποιοι άλλοι θα τους τιμούν,τη θύμηση σαν πρώτα
Να λένε όχι σε περιττά,βλέποντας κορυφές,θα ερωτεύονται τα λάθη
Θα αγαπούν τα βουνά,που χαϊδεύουν τη χαίτη του πράσινου
Ζυγού,που τοξότης όπλισε με λουλούδια τη σκανδάλη
Και σου σημάδεψε τη γλάστρα ,απ το παράθυρο σαν
Ήχος να σε ξύπνησε,με τ άρωμα Αγγέλου
Σ ένα απ τα μονοπάτια,στο μαγικό τοπίο,με τις δύο κορυφές
Έρωτας σε ξύπνησε εκείνη την ημέρα
Μόλις έφερε αέρα απ τα ψηλά,τα μονοπάτια
Σαν είδες την αγκαλιά μου ανάμεσα στις κορυφές
Με το βλέμμα στραμμένο στα δύο, μονοπάτια.

Πένα και Γραφή
Γεωργία Κατσιώρα

Σχόλια

  1. Απαντήσεις
    1. Καλησπέρα και πάλι ,σε ευχαριστώ πολύ...όντως είναι σημείο των καιρών!! Σε Ευχαριστώ πολύ για το σχόλιο!

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

θέλω Να Νιώσεις Τη Μαγεία Απ Το Κορμί Μου.

Διψασμένη Γη!

Οι Τιτάνες Ξορκίζουν Το Δήθεν!