Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Το Κατάρτι Της Οδοντογλυφίδας..!

Σαν παιδί μικρό,αγαπώ το γλυκό
Με τη γεύση του,ταξιδεύω σε μαγεμένο ουρανό
Με ξύλινη κουτάλα,κουπί κάνω
Σαν γαλάζια βάρκα,πλέω
Και συναντώ ούριο Άνεμο,στην κλασσική σχεδία
Σαν φοράω μπλε χρώμα,στο μικρό καραβάκι
Ξένο επιβάτη δεν βάζω,στα λευκά όνειρα
Που κατάρτια πέταξε,η βροχή
Όταν λύγισα από αδύναμη,σκέψη
Η στεριά τότε,τράβηξε τη θάλασσα
Μου τράβηξαν το χαλί,απ τα πόδια
Κι αποχαιρέτησα τα πλήθη,τυφλά
Ζήτησα ξανά παιδιά,χάδι και αγκαλιά
Μέσα απ την ανεμελιά,συναίσθημα
Τότε που έμαθα,αγάπησα τ απλά και τα γλυκά
Σαν κράτησα φίλους καλούς,πολύ σφιχτά
Με τη ζέστη στο χαμόγελο,έδιωξα
Τη μοναξιά που δίνει,όσα θέλει
Σ ένα απλό παιδί μ αγάπη ανιδιοτελή
Καθώς πέφτει βροχή,μαθαίνει
Δίνει τρυφερά φιλιά,μια αγκαλιά
Κοιτάζει τα λευκά πουλιά,που ταξιδεύουν μακριά
Σαν κλείνει δυνατά τα μάτια,αγαπά κλασσικά
Σε αληθινά,χαρούμενα χορεύει
Και σε πραγματικά,σφιχτά κρατάει το τιμόνι
Κι ας σου θυμίζει,πως θυμώνει
Κάνει πως πετάει άγκυρα,πιάνει στεριά
Με ευαισθησία,απ το κλασσικό τραγούδι
Αγκαλιάζει το πιάνο,Ιταλικά
Με μια φινέτσα,περπατά
Ανέμελα,φιλόξενα τον ουρανό ρουφά
Από τις ρίζες,στο πλοίο
Που έγραφε Ελληνικό,τίτλο
Σαν μελέτησε το βάθος,η ψυχή
Με την αξία για υπέρτατο βαθμό
Κι αφού αρέσκομαι να περπατώ,μελετώ
Πρώτα τη λεπτομέρεια,πράττω λογικά
Βαδίζω κεντρικά,στη βάρκα
Ψάχνοντας βρίσκω,τρύπα
Εκεί που έβαλε νερά,η βάρκα
Μες το γλυκό μου όνειρο,ξυπνώ
Και δε μπορώ να αποκοιμηθώ
Γι αυτό παίρνω τη ζάχαρο-ταινία,αγκαλιά
Σαν προσπαθήσω,θα βουλώσω την τρύπα
Κι όταν κλείσει,παίρνω γλυκά τη μαξιλάρα
Γυρνάω στα δεξιά,κλείνω τα μάτια
Τρώω δύο γλυκά,στη ζαχαρένια βάρκα
Βάζω πλώρη στο ταξίδι
Με τη θάλασσα,γαλήνη
Και τα μάτια ανοιχτά.

Πένα και Γραφή
Γεωργία Κατσιώρα

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

θέλω Να Νιώσεις Τη Μαγεία Απ Το Κορμί Μου.

Γλυκά μου μάτια,αμυγδαλωτά
Που με θωρούν με λάγνο βλέμμα
Κρυμμένα πίσω από σκιές του παρελθόντος με προσωπείο Στραμμένο σε λάθος ανθρώπους και ματωμένα Όνειρα που έχτισαν ουλές αντί για κάστρα σε βάθος χρόνου.  Κι όταν με κοίταξες κατάματα,μ αυτό σου το βλέμμα. Ένιωσα βάρκα που κατρακύλησε σε καταρράχτες συναισθημάτων.
Απ την ορμή ,ανατρίχιασα παντού γιατί..
Είσαι γεμάτη πάθος στην ποίηση.
Και με μια φλόγα από θάρρος,αποκαλύπτεις σιγά σιγά τις κρυφές σου πτυχές.
Μια ηλιαχτίδα σου κι εγώ βουβός παρατηρώ..
Την κάθε σου στιγμή, αδύναμη και δυνατή.
Με μια ευαισθησία στη γραφή ,και μια συνήθεια στον ήχο του σαξόφωνου..
Με εναλλαγή στο λίκνισμα της νότας
Σαν σύνοδος μου να παίζεις πιάνο,με τη μορφή σου πλάι, στη δική μου!
Κι ένα γλυκό, τσικ του τσικ
Θα με παρασύρει να χαζεύω το κορμί σου, χαϊδεύοντας σε ,με ρυθμό ερωτικού μπλουζ
Κι όταν έρθεις πιο κοντά,θα κάνω μια σβούρα γύρω απ το κορμί σου, Για να γευτώ τη μυρωδιά απ την ανάσα σου.
Τα κατακόκκινα και ζουμερά χυμώδη χείλη σου.
Με άρωμα αγ…

Διψασμένη Γη!

Σαν ερημικό λουλούδι,καθιστά
Στο σκαλοπάτι του πιάνου
Χαϊδεύοντας με ευαισθησία
Το διψασμένο παραμύθι
Ο πρίγκιπας να καβαλά το άλογο
Διψασμένος στο σκοπό
Μιας περιπέτειας
Σε ονειρικό ταξίδι
Κρατώντας σφιχτά,τα γκέμια
Προσπαθεί να ξορκίσει το κακό
Να ποτίσει,τα δικά του όνειρα
Μέσα από την ελπίδα
Μ ένα τραγούδι στοργικό
Με σταθερή πορεία,
Και κάπου εκεί
Σαν κοντοστάθηκε
Στο ξεραμένο ρυάκι
Ξάφνου συνάντησε
Την ορμή του ποταμού
Να πνίγει τη διψασμένη γη
Των κοιμισμένων ονείρων
Αυτών που η ξηρασία
Γέννησε μνήμες,σε πόλεμο
Χάραξε δρόμους,μέσα από την άμμο
Του καλού και του κακού
Μέσα από αλήθειες,
Βασανισμένων ανθρώπων
Που πέθαναν στην ταύτιση
Του καφέ πέπλου ,και με ρυτιδιασμένα πρόσωπα
Αντίκρισαν,την πράσινη ελπίδα
Σαν φως χαράχτηκε
Στο δρόμο,που χάραξε η αισιοδοξία
Τη στιγμή της γέννησης
Εκεί που ανακαλύπτεις,
πόσο χρήσιμη
Είναι η αναγέννηση
Στη Διψασμένη Γη.


Πένα και Γραφή
Γεωργία Κατσιώρα

Οι Τιτάνες Ξορκίζουν Το Δήθεν!

Σ ένα τοπίο μαγευτικό
Που φυσά τη μυρωδιά,της θάλασσας
Μ ανθούς στα πράσινα λουλούδια
Και ουρανό,να δίνει χρώμα
Στις μυρωδιές του Σεπτέμβρη
Ακούς φωνές,από παιδιά
Που ξέγνοιαστα χαμογελούν
Με δύο πλευρές και δύο σταθμά
Θωρείς από τη μια, μικρούς Τιτάνες
Και από την άλλη,μεγάλους Δήθεν
Ανθρώπινα καμώματα
Με αυτοθυσία,στην εσωστρέφεια
Την αγάπη,στην αυτοκαταστροφή
Που μόλις ένιωσε την κολακεία
Τρόμαξαν όλα,τα πουλιά
Φόρεσαν μάσκες,απαλά
Κι έκαναν τους φιλόζωους
Τη στιγμή που η ψυχή τους,είναι κενή
Δεν αγαπούν,πέρα απ το γκρι
Και κάπου εκεί,στην ξεγνοιασιά
Μαζεύτηκαν πουλιά και αερικά,
Σκάκι είπαν,να παίξουν
Στα πιόνια,θα τοποθετήσουν
Το σάπιο κρέας,που βαφτίζουν
Σ όλους τους Δήθεν,θα χαρίζουν
Σ αυτούς,που χρόνια έθαβαν
Κι έδιναν,την ψυχή τους
Στο θάνατο της καθημερινότητας
Ανέπτυξαν τον δόλο,του συμφέροντος
Έμαθαν το πόσο χρήσιμες,είναι οι παρωπίδες
Έγιναν επικριτές,μεγάλοι εκτιμητές
Χωρίς να κοιτάν στον καθρέφτη
Τις ψυχές αυτών
Σαν βρεθείς στο σκαλοπάτι της κερκίδας
Πρέπει να κάνεις,μ…