Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ο Ύπνος Από Τα Δάκρυα Των Μαργαριταριών!

Άνοιξα τα βλέφαρα,στο Μυστικό ύπνο
Με τη θέληση,να με σκουντά για να ξυπνήσω
Απ την οργή,των Μαργαριταριών
Λουσμένη μες τα πλουμιστά,σκεπάσματα
Και τα λευκά μου ρούχα,που άνεμος παρέσυρε
Στο σκοτάδι,τη στιγμή που τα μάτια μου,φώτισε
Μια αόρατη δύναμη στο κενό κορμί,σημάδι
Άφησε η ηλιαχτίδα στο φως
Σαν έσπασε το τζάμι
Στο ξεσκέπασμα,της ψυχής,με την αγκαλιά
Να αποζητά το μητρικό,της χάδι
Σαν φάνηκε το μονοπάτι απ το πέρασμα
Της γύμνιας,εκεί που στάθηκε βουβό
Κάτω από τη χαμηλή,τη φλόγα
Σαν έντυσε η σκοτεινή πλευρά,της λυχνίας
Με τον έρωτα απατηλά,να σου σιγοτραγουδά
Τους κώδικες,που αποκρυπτογράφησα
Πίσω απ το βλέμμα,των Μαργαριταριών
Εκεί που στο γκρεμνό,της ντροπής
Σήκωσε άνεμο,από το ρίγος και σιωπή
Που σκέπασε,το σεμνό σεντόνι
Μόλις έπεσε το φως,πάνω στα βλέφαρα
Ρίχνω δάκρυα χαράς,στο δικό σου μαξιλάρι
Εκεί στο δρόμο,που γεννήθηκε η πλάση
Κάτω απ τα ουράνια,Μεσόγεια
Στη ζέστη από τα χρώματα,του ήλιου
Με τη φλόγα,να σπαρταράει στην έρημο
Γιατί το πάθος έμαθε,να σου καίει το κορμί
Σαν παρανάλωμα,στον ξύλινο έρωτα
Εκεί γέμισα το μυαλό σου
Με ταξίδι στην έρημο,που λιγοστή θάλασσα                                                                                        Είχε θέα στο μπλε,σαν με ταξίδευε,μέσα
Απ το δικό μου πλάνο,σου χάιδευα τα μαλλιά
Μέσα στον ύπνο,έπλεξα ένα κολιέ από δάκρυα
Με πολύτιμα μαργαριτάρια,που θυμούνται
Το δικό σου βλέμμα,θα το φορώ σαν πολύτιμο
Μενταγιόν για να θυμάμαι,τον καιρό που πέρασε
Σαν θα κοιτάζω το λευκό και στρογγυλό,ρολόι.



 Πένα και Γραφή
 Γεωργία Κατσιώρα
                                                                         
                                                                                    

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

θέλω Να Νιώσεις Τη Μαγεία Απ Το Κορμί Μου.

Γλυκά μου μάτια,αμυγδαλωτά
Που με θωρούν με λάγνο βλέμμα
Κρυμμένα πίσω από σκιές του παρελθόντος με προσωπείο Στραμμένο σε λάθος ανθρώπους και ματωμένα Όνειρα που έχτισαν ουλές αντί για κάστρα σε βάθος χρόνου.  Κι όταν με κοίταξες κατάματα,μ αυτό σου το βλέμμα. Ένιωσα βάρκα που κατρακύλησε σε καταρράχτες συναισθημάτων.
Απ την ορμή ,ανατρίχιασα παντού γιατί..
Είσαι γεμάτη πάθος στην ποίηση.
Και με μια φλόγα από θάρρος,αποκαλύπτεις σιγά σιγά τις κρυφές σου πτυχές.
Μια ηλιαχτίδα σου κι εγώ βουβός παρατηρώ..
Την κάθε σου στιγμή, αδύναμη και δυνατή.
Με μια ευαισθησία στη γραφή ,και μια συνήθεια στον ήχο του σαξόφωνου..
Με εναλλαγή στο λίκνισμα της νότας
Σαν σύνοδος μου να παίζεις πιάνο,με τη μορφή σου πλάι, στη δική μου!
Κι ένα γλυκό, τσικ του τσικ
Θα με παρασύρει να χαζεύω το κορμί σου, χαϊδεύοντας σε ,με ρυθμό ερωτικού μπλουζ
Κι όταν έρθεις πιο κοντά,θα κάνω μια σβούρα γύρω απ το κορμί σου, Για να γευτώ τη μυρωδιά απ την ανάσα σου.
Τα κατακόκκινα και ζουμερά χυμώδη χείλη σου.
Με άρωμα αγ…

Διψασμένη Γη!

Σαν ερημικό λουλούδι,καθιστά
Στο σκαλοπάτι του πιάνου
Χαϊδεύοντας με ευαισθησία
Το διψασμένο παραμύθι
Ο πρίγκιπας να καβαλά το άλογο
Διψασμένος στο σκοπό
Μιας περιπέτειας
Σε ονειρικό ταξίδι
Κρατώντας σφιχτά,τα γκέμια
Προσπαθεί να ξορκίσει το κακό
Να ποτίσει,τα δικά του όνειρα
Μέσα από την ελπίδα
Μ ένα τραγούδι στοργικό
Με σταθερή πορεία,
Και κάπου εκεί
Σαν κοντοστάθηκε
Στο ξεραμένο ρυάκι
Ξάφνου συνάντησε
Την ορμή του ποταμού
Να πνίγει τη διψασμένη γη
Των κοιμισμένων ονείρων
Αυτών που η ξηρασία
Γέννησε μνήμες,σε πόλεμο
Χάραξε δρόμους,μέσα από την άμμο
Του καλού και του κακού
Μέσα από αλήθειες,
Βασανισμένων ανθρώπων
Που πέθαναν στην ταύτιση
Του καφέ πέπλου ,και με ρυτιδιασμένα πρόσωπα
Αντίκρισαν,την πράσινη ελπίδα
Σαν φως χαράχτηκε
Στο δρόμο,που χάραξε η αισιοδοξία
Τη στιγμή της γέννησης
Εκεί που ανακαλύπτεις,
πόσο χρήσιμη
Είναι η αναγέννηση
Στη Διψασμένη Γη.


Πένα και Γραφή
Γεωργία Κατσιώρα

Οι Τιτάνες Ξορκίζουν Το Δήθεν!

Σ ένα τοπίο μαγευτικό
Που φυσά τη μυρωδιά,της θάλασσας
Μ ανθούς στα πράσινα λουλούδια
Και ουρανό,να δίνει χρώμα
Στις μυρωδιές του Σεπτέμβρη
Ακούς φωνές,από παιδιά
Που ξέγνοιαστα χαμογελούν
Με δύο πλευρές και δύο σταθμά
Θωρείς από τη μια, μικρούς Τιτάνες
Και από την άλλη,μεγάλους Δήθεν
Ανθρώπινα καμώματα
Με αυτοθυσία,στην εσωστρέφεια
Την αγάπη,στην αυτοκαταστροφή
Που μόλις ένιωσε την κολακεία
Τρόμαξαν όλα,τα πουλιά
Φόρεσαν μάσκες,απαλά
Κι έκαναν τους φιλόζωους
Τη στιγμή που η ψυχή τους,είναι κενή
Δεν αγαπούν,πέρα απ το γκρι
Και κάπου εκεί,στην ξεγνοιασιά
Μαζεύτηκαν πουλιά και αερικά,
Σκάκι είπαν,να παίξουν
Στα πιόνια,θα τοποθετήσουν
Το σάπιο κρέας,που βαφτίζουν
Σ όλους τους Δήθεν,θα χαρίζουν
Σ αυτούς,που χρόνια έθαβαν
Κι έδιναν,την ψυχή τους
Στο θάνατο της καθημερινότητας
Ανέπτυξαν τον δόλο,του συμφέροντος
Έμαθαν το πόσο χρήσιμες,είναι οι παρωπίδες
Έγιναν επικριτές,μεγάλοι εκτιμητές
Χωρίς να κοιτάν στον καθρέφτη
Τις ψυχές αυτών
Σαν βρεθείς στο σκαλοπάτι της κερκίδας
Πρέπει να κάνεις,μ…