Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Κοράλλινα Φώτα στο γιαλό!


Μύρισε άνεμος,λευκά
Στο γιαλό,τα χρώματα
Έρχονται με φόρα,κύματα
Αχτίδες από φώτα
Τα γαλάζια κοράλλια
Χαϊδεύουν την άμμο,χρυσά
Παλάτια,με ξερά χόρτα
Στην αμμουδιά
Ζεσταίνονται στα μάτια
Με φως,από μαλλιά
Ζήτησα συντροφιά
Να παίξω,στο κύμα
Άσπρο φως,διαπερνά
Σκέψεις,με πάνε μακριά
Το μυαλό,τις φέρνει κοντά
Σαν χαμογελά γλυκά
Κοράλλινα χρώματα,φόρεσα
Στο πιάνο,που κάθισα
Πάτησα,τα πλήκτρα
Έκλεισα σφιχτά,τα μάτια
Βαθύ το μπλε,στη θάλασσα
Στα πόδια,σαν πάγωσα
Κρύα αίσθηση,ένιωσα
Σαν βούτηξα,σε βαθιά νερά
Ήπια γεύση,απ τα  αλμυρά
Βλέφαρα,που άγγιξα
Στο θολό νερό,θα βρω
Κοράλλινο σταυρό
Για φυλαχτό
Γιατί είναι σπάνιο
Αυτό που ακολουθώ
Όταν το βρίσκω,ζωντανό
Ψάχνω,το άλλο μου μισό
Όνειρα κάτω,απ τον αφρό
Στο γαλάζιο σου,λαιμό
Ντρέπομαι να βγω
Το βυθό ξανακοιτώ
Τριγύρω ψάρια,βλέπω ακόμα
Τα φαντάζομαι,με χρώμα
Αναπνέω το νερό
Και κοιτάζω,να σε βρω
Είσαι,το πολύτιμο
Φως,στο φάρο
Δάκρυ,στο θαλασσινό νερό
Με φως γδύνω,να σε δω
Γυμνό,στο αλμυρό
Ταξιδεύω,τον ήχο
Νεύμα,κάνω στα πουλιά
Που σήκωσαν,φτερά ψηλά
Παίρνουν φως,από τα μάτια
Που γέμισε ενέργεια
Το βλέμμα,απ τον κοράλλινο βυθό
Με εικόνες ακολουθώ
Το μονοπάτι,για να ρθω
Να ξανά σκεφτώ,γαλάζιο 
Με τα φώτα,στο γιαλό. 


 Πένα και Γραφή
Γεωργία Κατσιώρα 







Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Διψασμένη Γη!

Σαν ερημικό λουλούδι,καθιστά
Στο σκαλοπάτι του πιάνου
Χαϊδεύοντας με ευαισθησία
Το διψασμένο παραμύθι
Ο πρίγκιπας να καβαλά το άλογο
Διψασμένος στο σκοπό
Μιας περιπέτειας
Σε ονειρικό ταξίδι
Κρατώντας σφιχτά,τα γκέμια
Προσπαθεί να ξορκίσει το κακό
Να ποτίσει,τα δικά του όνειρα
Μέσα από την ελπίδα
Μ ένα τραγούδι στοργικό
Με σταθερή πορεία,
Και κάπου εκεί
Σαν κοντοστάθηκε
Στο ξεραμένο ρυάκι
Ξάφνου συνάντησε
Την ορμή του ποταμού
Να πνίγει τη διψασμένη γη
Των κοιμισμένων ονείρων
Αυτών που η ξηρασία
Γέννησε μνήμες,σε πόλεμο
Χάραξε δρόμους,μέσα από την άμμο
Του καλού και του κακού
Μέσα από αλήθειες,
Βασανισμένων ανθρώπων
Που πέθαναν στην ταύτιση
Του καφέ πέπλου ,και με ρυτιδιασμένα πρόσωπα
Αντίκρισαν,την πράσινη ελπίδα
Σαν φως χαράχτηκε
Στο δρόμο,που χάραξε η αισιοδοξία
Τη στιγμή της γέννησης
Εκεί που ανακαλύπτεις,
πόσο χρήσιμη
Είναι η αναγέννηση
Στη Διψασμένη Γη.


Πένα και Γραφή
Γεωργία Κατσιώρα

Οι Τιτάνες Ξορκίζουν Το Δήθεν!

Σ ένα τοπίο μαγευτικό
Που φυσά τη μυρωδιά,της θάλασσας
Μ ανθούς στα πράσινα λουλούδια
Και ουρανό,να δίνει χρώμα
Στις μυρωδιές του Σεπτέμβρη
Ακούς φωνές,από παιδιά
Που ξέγνοιαστα χαμογελούν
Με δύο πλευρές και δύο σταθμά
Θωρείς από τη μια, μικρούς Τιτάνες
Και από την άλλη,μεγάλους Δήθεν
Ανθρώπινα καμώματα
Με αυτοθυσία,στην εσωστρέφεια
Την αγάπη,στην αυτοκαταστροφή
Που μόλις ένιωσε την κολακεία
Τρόμαξαν όλα,τα πουλιά
Φόρεσαν μάσκες,απαλά
Κι έκαναν τους φιλόζωους
Τη στιγμή που η ψυχή τους,είναι κενή
Δεν αγαπούν,πέρα απ το γκρι
Και κάπου εκεί,στην ξεγνοιασιά
Μαζεύτηκαν πουλιά και αερικά,
Σκάκι είπαν,να παίξουν
Στα πιόνια,θα τοποθετήσουν
Το σάπιο κρέας,που βαφτίζουν
Σ όλους τους Δήθεν,θα χαρίζουν
Σ αυτούς,που χρόνια έθαβαν
Κι έδιναν,την ψυχή τους
Στο θάνατο της καθημερινότητας
Ανέπτυξαν τον δόλο,του συμφέροντος
Έμαθαν το πόσο χρήσιμες,είναι οι παρωπίδες
Έγιναν επικριτές,μεγάλοι εκτιμητές
Χωρίς να κοιτάν στον καθρέφτη
Τις ψυχές αυτών
Σαν βρεθείς στο σκαλοπάτι της κερκίδας
Πρέπει να κάνεις,μ…

Οι Ορατοί Στο Μάτι Των Αόρατων!

Βαδίζεις,σ ένα τεντωμένο σχοινί
Στην κόψη,με τις δύο όψεις
Σ ένα τραπέζι ,που έστρωσαν για σένα
Περίτεχνα, Μαύρα Κοράκια
Σαν σήκωσες,την πρώτη πέτρα
Στα ορατά σημάδια
Είδες το μέγεθος του κουστουμιού
Σε μια τρίγωνη αλήθεια
Που σε μετέφερε,στο καπέλο της ασχήμιας
Εσύ μόνη,έρμαιο στην κορυφή της λογικής
Και οι άλλοι δύο,εχθροί αλλά μαζί
Τίποτα δεν είναι ,όπως νόμιζες
Είδες μια κατσαρίδα,κρυμμένη
Στην σκιά της μέρας
Βρήκες το σκουλήκι
Να σέρνει,στην καμπούρα του
Την πληρωμή και την πληροφορία
Και να κοιμάται ξένοιαστα
Με καθαρή συνείδηση στην ανεξαρτησία
Αυτοί καβάλησαν τον δικό σου,ύπνο
Με θράσος,στο δικό σου οίστρο
Που χάραξαν για σένα,οι Αόρατοι
Σαν βάδισες τόσο καιρό,μ αυτούς
Που Δήθεν ήταν Ορατοί
Σ αυτούς που άνοιξαν τον πόλεμο
Και θέλησαν αίμα στη μάχη
Εκεί,πρόβατο σαν είχες πάει
Για εκείνους τους Αόρατους
Ήταν εύκολο,να σε αποτελειώσουν
Πριν Καν αρχίσεις,να μιλάς
Πριν νιώσεις πως φοράς
Περίτεχνα γυαλιά,βλέποντας μονοπάτια
Αυτά που άφησαν οι Ορατοί
Και έκρυψαν σε στοές,οι τόσοι Αό…